healthsolutions
Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2020 09:00

Λιπώδες ήπαρ: Τι είναι και πώς αντιμετωπίζεται

Το λιπώδες ήπαρ (ηπατική στεάτωση) είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να καταδείξει την εναπόθεση λίπους στο συκώτι (ήπαρ).Το ήπαρ είναι ένα όργανο το οποίο συνεχώς προσλαμβάνει λίπος, το επεξεργάζεται και το αποδίδει πίσω στη συστηματική κυκλοφορία. Όταν για κάποιον λόγο, προκαλείται μία ανισορροπία ανάμεσα στη διαδικασία πρόσληψης και τη διαδικασία απομάκρυνσης του λίπους, τότε εμφανίζεται η λιπώδης διήθηση.

Αυτή η  κατάσταση, αν και συχνή, μπορεί δυνητικά με την πάροδο του χρόνου να προκαλέσει σημαντική διαταραχή στην ηπατική  λειτουργία. Επίσης η λιπώδης διήθηση μπορεί να σχετίζεται ή να αποτελεί την πρώτη εκδήλωση σοβαρών νοσημάτων (είτε ηπατικών είτε εξωηπατικών) που είναι απαραίτητο να διαγνωσθούν έγκαιρα και να αντιμετωπιστούν. Το υπερηχογράφημα είναι η πιο συνηθισμένη εξέταση που εντοπίζει αρχικά το πρόβλημα καθώς η περίσσεια λίπους δίνει μια εικόνα αυξημένης ηχογένειας (δηλαδή το συκώτι φαίνεται πιο “λευκό” στον υπέρηχο).

Η λιπώδης διήθηση είναι, δυστυχώς μία πολύ συχνή κατάσταση. Υπολογίζεται ότι αφορά περίπου το 25-35% του πληθυσμού. Οι δύο πιο συχνές αιτίες λιπώδους ήπατος είναι η αλκοολική λιπώδης διήθηση (που προκαλείται από την κατανάλωση οινοπνεύματος) και η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος (Non Alcoholic Fatty Liver Disease , NAFLD)  που σχετίζεται με το λεγόμενο μεταβολικό σύνδρομο. Είναι ενδεικτικό ότι η λιπώδη διήθηση εμφανίζει πάνω από το 90% των ατόμων με αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος και πάνω από το 80% των παχύσαρκων. Λιπώδη διήθηση μπορεί να προκαλέσει και μια σειρά άλλων αιτίων όπως η έκθεση σε τοξίνες, φάρμακα,  χρόνιες ηπατικές λοιμώξεις (π.χ. ηπατίτιδα C), ειδικά μεταβολικά νοσήματα του ήπατος, οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, η κοιλιοκάκη και ιατρογενείς καταστάσεις που σχετίζονται με χειρουργικές επεμβάσεις, παρατεταμένη νοσηλεία, παρεντερική διατροφή και βαριατρικά χειρουργεία.

Κάθε ασθενής που διαγιγνώσκεται με λιπώδες ήπαρ πρέπει να επισκέπτεται τον οικογενειακό του ιατρό ή  να παραπέμπεται σε ειδικό  ηπατολόγο (γαστρεντερολόγο ή παθολόγο). Με την κλινική εξέταση και μια σειρά εργαστηριακών εξετάσεων θα εκτιμηθεί τη βαρύτητα της κατάστασης και θα  αναζητηθεί η  υποκείμενη αιτία.  Μια από τις βασικότερες εργαστηριακές εξετάσεις είναι ο έλεγχος των τρανσαμινασών ( SGOT ή AST και SGPT ή ALT ). Οι τρανσαμινάσες είναι ένζυμα που υπάρχουν στα ηπατικά κύτταρα και η αύξησή τους σχετίζεται  με την ύπαρξη φλεγμονής στο ήπαρ και την ηπατοκυτταρική νέκρωση. Στην περίπτωση που υπάρχει συστηματική κατανάλωση αλκοόλ είναι προφανές ότι πρέπει να διακοπεί και ο ασθενής να βρίσκεται υπό παρακολούθηση, τουλάχιστον μέχρι η αναμενόμενη βελτίωση να διαπιστωθεί απεικονιστικά και εργαστηριακά .

Ο κίνδυνος της κίρρωσης του ήπατος

Η λιπώδης διήθηση είναι θεωρητικά μια αναστρέψιμη κατάσταση, ιδίως αν εντοπιστεί και εξαλειφθεί το αίτιο που την προκαλεί  (το οποίο συχνά είναι το αλκοόλ ή η παχυσαρκία). Αν όμως εξακολουθήσει να δρα το υποκείμενο αίτιο, τότε ο συνεχής ερεθισμός προκαλεί μια σειρά αντιδράσεων που περιλαμβάνουν τη φλεγμονή και τη διαρκή νέκρωση και αναγέννηση των ηπατοκυττάρων, η οποία οδηγεί σε ίνωση. Η διαδικασία αυτή προκαλεί διαταραχή στην αρχιτεκτονική του ήπατος και τελικά οδηγεί σε κίρρωση. Το ήπαρ είναι ένα ζωτικό όργανο που μέσω της πυλαίας κυκλοφορίας δέχεται το αίμα από το λεπτό και το παχύ έντερο μαζί με τα απορροφούμενα θρεπτικά  συστατικά και τις τοξίνες (επίσης δέχεται και το αίμα από τη σπλήνα πράγμα που παίζει μεγάλο ρόλο στις επιπλοκές που προκαλεί η κίρρωση).

Το ήπαρ μπορεί να χαρακτηριστεί ως το «βιοχημικό εργαστήριο» του οργανισμού καθώς εκεί γίνεται μια μεγάλη σειρά βιοχημικών αντιδράσεων που περιλαμβάνουν την επεξεργασία και απόδοση στη συστηματική κυκλοφορία των θρεπτικών συστατικών  (έτοιμων για να «χρησιμοποιηθούν» από τα κύτταρα του οργανισμού)  καθώς και την αδρανοποίηση  τοξικών ουσιών (μέσω της μετατροπής τους σε αδρανή προϊόντα ή μέσω της  απέκκρισής στα χοληφόρα αγγεία ώστε να καταλήξουν στα κόπρανα). Ακρογωνιαίος λίθος σε αυτήν την πολύτιμη λειτουργία του ήπατος αποτελεί η ιδιαίτερα πολύπλοκη αρχιτεκτονική του. Στην κίρρωση του ήπατος η συνεχής νέκρωση και αναγέννηση διαταράσσει αυτήν την ευαίσθητη αρχιτεκτονική. Ουσιαστικά το συκώτι γεμίζει με ένα δίκτυο από «ουλές» και γίνεται πιο «σκληρό», γεμάτο εξογκώματα (αναγεννητικοί όζοι) τα οποία δημιουργούνται από την προσπάθεια των ηπατοκυττάρων να αναγεννηθούν μέσα σε αυτό το «ανελαστικό» δίκτυο.

Έτσι, δεν μπορεί πλέον να κυκλοφορήσει με ευκολία το αίμα που προέρχεται από την πυλαία κυκλοφορία με συνέπεια την ανάπτυξη πυλαίας υπέρτασης. Είναι χαρακτηριστικό πως, παρόλο που τα ηπατικά κύτταρα συνεχίζουν να αναγεννώνται (με αποτέλεσμα τουλάχιστον στα αρχικά στάδια να διατηρείται ένας βαθμός συνθετικής ικανότητας), η διαταραχή της αρχιτεκτονικής και η πυλαία υπέρταση δημιουργούν μια σειρά επιπλοκών (ασκίτης, κιρσοί οισοφάγου, υπερσπληνισμός)  που είναι καταστροφικές για την υγεία και μειώνουν δραματικά το προσδόκιμο επιβίωσης.

Η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος και τα βασικά χαρακτηριστικά της

Παρότι το αλκοόλ είναι μια γνωστή και προφανής αιτία ηπατοπάθειας, το νόσημα που αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος. Πρόκειται ουσιαστικά για μία συνέπεια του σύγχρονου καθιστικού τρόπου ζωής. Στην περίπτωση αυτή, η λιπώδης διήθηση του ήπατος οφείλεται στην αυξημένη πρόσληψη θερμίδων (και ιδίως από κακής ποιότητας θερμιδογόνες τροφές, επιβαρυμένες με «κακά» λιπαρά) σε συνδυασμό με την έλλειψη άσκησης.

 Η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος είναι ένας όρος που καλύπτει μία σειρά καταστάσεων ποικίλης βαρύτητας. Στην πιο απλή περίπτωση, έχουμε το λιπώδες ήπαρ που λέγεται και ηπατική στεάτωση. Όμως, η συγκέντρωση λίπους στα ηπατοκύτταρα μπορεί να πυροδοτήσει μια αλληλουχία αντιδράσεων που περιλαμβάνουν φλεγμονή, νέκρωση και αναγέννηση των ηπατοκυττάρων  και οδηγεί σταδιακά σε «ουλοποίηση» (ίνωση) με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που δρα το αλκοόλ. Σε αυτήν την περίπτωση μιλάμε για τη μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα (Non Alcoholic SteatoHepatitis, NASH)  που είναι η πρόδρομη κατάσταση που θα οδηγήσει τελικά σε κίρρωση του ήπατος και ηπατική ανεπάρκεια με καταστροφικές συνέπειες για την υγεία.

Η μη αλκοολική  λιπώδης διήθηση του ήπατος έχει μικρή  πιθανότητα εξέλιξης σε στεατοηπατίτιδα και κίρρωση και στους περισσότερους ασθενείς μένει στάσιμη. Όμως, το πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι η μη αλκοολική λιπώδης διήθηση είναι εξαιρετικά συχνή (στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι αφορά το 10-20 % του πληθυσμού) και αυτό την κάνει να κατατάσσεται στα πιο συχνά αίτια κίρρωσης, τουλάχιστον στο δυτικό κόσμο. Συνεπώς είναι πολύ σημαντικό να γίνεται πάντα προσπάθεια να αντιμετωπιστεί και, με τη βοήθεια του γιατρού, να διαγνωσθούν  έγκαιρα οι ασθενείς με τον μεγαλύτερο κίνδυνο για εξέλιξη σε χρόνια ηπατική βλάβη και κίρρωση. Υπολογίζεται πως οι ασθενείς στους οποίους η απλή στεάτωση έχει ήδη εξελιχθεί σε στεατοηπατίτιδα κινδυνεύουν να καταλήξουν σε κίρρωση σε ένα ποσοστό που αγγίζει το 20%.

Επίσης, μια άλλη διάσταση του προβλήματος είναι πως η μη αλκοολική λιπώδης διήθηση συνδέεται με το μεταβολικό σύνδρομο (παχυσαρκία, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2) και κατά συνέπεια η ανεύρεση λίπους στο συκώτι συχνά είναι μια ευκαιρία για έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία  μια σειράς συχνών νοσημάτων που αποτελούν μάστιγα για τη δημόσια υγεία. Συνεπώς, ακόμα και αν ο έλεγχος δείξει ότι η λειτουργία του ήπατος δεν έχει επηρεαστεί από την παρουσία λίπους στο συκώτι, ο ασθενής σε κάθε περίπτωση πρέπει να ακολουθήσει συγκεκριμένες υγιεινοδιαιτητικές οδηγίες και συχνά μπορεί να χρειαστεί να λάβει ειδική φαρμακευτική αγωγή για υπέρταση, διαβήτη ή αυξημένη χοληστερίνη και τριγλυκερίδια. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποκαλυφθεί η ύπαρξη στεφανιαίας νόσου και ο ασθενής να σώσει τη ζωή του με το να υποβληθεί εγκαίρως  σε στεφανιογραφία και αγγειοπλαστική,  αποφεύγοντας ένα πιθανό έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε τα εξής:

Ο ασθενής με λίπος στο συκώτι πρέπει να συμβουλεύεται πάντα τον γιατρό του και να παραπέμπεται σε ηπατολόγο (γαστρεντερολόγο ή παθολόγο). Με την κλινική εξέταση και με μια σειρά διαγνωστικών εξετάσεων θα εκτιμηθεί η ηπατική λειτουργία και θα αναδειχθούν πιθανές  υποκείμενες αιτίες ή  χρόνια ηπατικά νοσήματα (π.χ. χρόνια ιογενής ηπατίτιδα) που χρειάζονται ειδική αγωγή. Επίσης πρέπει να εντοπιστούν έγκαιρα οι ασθενείς που έχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν κίρρωση, ώστε να τεθούν σε πιο στενή επιτήρηση. Εφόσον υπάρχουν ενδείξεις για ύπαρξη μεταβολικού συνδρόμου, θα χρειαστεί εξέταση και από ιατρούς άλλων ειδικοτήτων για την αντιμετώπιση μιας σειράς εξωηπατικών νοσημάτων όπως ο διαβήτης τύπου 2, η υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία στα οποία η έγκαιρη διάγνωση προστατεύει από μια σειρά επιπλοκών που συχνά είναι επικίνδυνες για την υγεία ή ακόμα και την ίδια τη ζωή.

 Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν όλος ο υπόλοιπος  έλεγχος που ακολουθήσει τη διάγνωση της λιπώδους διήθησης  αποβεί αρνητικός, η λιπώδης διήθηση του ήπατος απαιτεί αλλαγή τρόπου ζωής (υγιεινή διατροφή και άσκηση), αποφυγή του αλκοόλ και πάντα επανεκτίμηση μετά από ένα χρονικό διάστημα το οποίο θα καθορίσει ο γιατρός.

 Από τον Γαστρεντερολόγο κ. Σταύρο Δημόπουλο. Για πληροφορίες, καλέστε στα 6938494714, 2106512150.

Αυτό το διαβάσατε;

X